Ιατροί κατά την δεκαετία του 1950 συνιστούσαν το κάπνισμα στους ασθενείς!

Η εργασιακή και επαγγελματική παραγωγικότητα ελαττώνεται λόγω του καπνίσματος στις περισσότερες χώρες της δύσης από τους εργαζομένους και τους υπαλλήλους εταιρειών και οργανισμών εξαιτίας του διαχωρισμού κάθε δραστηριότητας και την εκπλήρωσή της ξεχωριστά σε άλλο τόπο και κατά συνέπεια περισσότερο χρόνο αφού ο τόπος θα πρέπει να παραμείνει μόνο εξωτερικός χώρος για το κάπνισμα. Αυτό με την σειρά του οδηγεί σε διακρίσεις που εφαρμόζονται εναντίον των καπνιστών σε πολλές χώρες οι οποίοι έχουν λιγότερες πιθανότητες να προσληφθούν στην μελλοντική τους εργασία μετά από εκτίμηση πολλαπλών παραγόντων αφορώντας το κάπνισμα και την ενασχόληση των υποψηφίων εργαζομένων με αυτό κατά την ώρα της δουλειάς τους με την μορφή πεντάλεπτου ή δεκάλεπτου διαλείμματος.

Ο αντικαπνιστικός νόμος με μια συνέπεια της τήρησής του συμπεριλαμβάνει την δαπάνη εργασιακού χρόνου για κάπνισμα το οποίο δεν θα μπορεί να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα με οποιαδήποτε άλλη παραγωγική δραστηριότητα όπως θα γινόταν αν χρησιμοποιούνταν ένα επιτραπέζιο σταχτοδοχείο με τον αναμενόμενο και τον σωστό τρόπο. Η ύπαρξη ενός σταχτοδοχείου χαρακτηρίζει την άμεση προνοητικότητα πριν από τον καθημερινό αυτοσχεδιασμό και την ολοκλήρωση κάθε ικανότητας και θα πρέπει να προχωρήσει χωρίς χάσιμο χρόνου!

Δεν θα πρέπει να υπάρχει άλλη προϋπόθεση από την κατάθεση του κόστους της τιμής για ένα αγαθό της αγοράς για να το καταναλώσει ο καταναλωτής από καπνιστής με τον προβλέψιμο τρόπο αποκλείοντας από ποιον τόπο και χρόνο. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι ελεύθεροι να καπνίζουν χωρίς καμία παρέμβαση από το νόμο ή το κράτος.

Οι περιορισμοί του καπνίσματος που δεν ισχύουν φυσικά είναι γνωστό ότι είναι αντικαπνιστική νομοθεσία χωρίς να αποτελούν την ελάχιστη απαίτηση που επιδιώκεται για το κάπνισμα · δεν πρέπει επομένως να γίνουν νόμος και να χειραγωγούν και να συγκρίνουν φυσικά αντικείμενα με άτομα με διαπροσωπικές σχέσεις. Παράδειγμα κατώτατης προϋπόθεσης υπάρχοντας για το κάπνισμα αποτελεί η ώριμη ηλικία του χρήστη και η περιεκτικότητα του προϊόντος που χρησιμοποιεί σε καπνό. Ο διαχωρισμός της ανοιχτής ατμόσφαιρας από τον έγκλειστο χώρο μαζί με την ανάλογη διαφορά δεν αποτελεί ελάχιστη προϋπόθεση για την διεξαγωγή καπνίσματος αλλά μέτρο που υπάρχει σε ορισμένες εξαιρέσεις ατόμων. Δεδομένου ότι η αντικαπνιστική νομοθεσία δεν αποτελεί ελάχιστη απαίτηση που εφαρμόζεται στο κάπνισμα, δεν θα πρέπει, συνεπώς, να είναι νόμος ότι αυτή η ελάχιστη απαίτηση αφορά τα κτίρια που υπάρχουν και τους εσωτερικούς χώρους τους αντί για τους ανθρώπους που τα χρησιμοποιούν.

Αντιθέτως, οι άνθρωποι που ζουν σε μια οργανωμένη κοινωνία χρειάζονται πολύ συχνά καπνοθεραπεία, όσο συχνά βλέπουμε ή γνωρίζουμε ανθρώπους που καπνίζουν στην καθημερινή ζωή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι γιατροί στη δεκαετία του 1950 συνήθιζαν να συστήνουν το κάπνισμα σε πολλούς από τους ασθενείς τους και τους πουλούσαν τσιγάρα στο νοσοκομείο από τις νοσοκόμες που μετέφεραν σανίδες, όπως φαίνεται στην παραπάνω αφίσα. Και αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο η ιατρική κάνναβη είναι μια φαρμακευτική επιλογή διαθέσιμη στους ασθενείς για την αντιμετώπιση του καπνίσματος ως φυσιολογική δραστηριότητα πριν το δουν να είναι πιο συγκεκριμένο για τη θεραπεία με καπνό.

Η αδυναμία επίτευξης κάποιου πράγματος μετατρέπει τη σχετική αναπηρία σε ασθένεια ή παθολογία της αιχμαλωσίας σε αυτό το πλαίσιο και μειώνει τη σύνθετη σωματική και ψυχική υγεία επιστρέφοντας σε βάρος του ατόμου που αισθάνεται την ανάγκη να καπνίσει μετά τον πολιτισμό του, κάτι που πρέπει να αποδειχθεί σε ανταπόδοση. Επιπλέον, είναι σημαντικό ότι η ρύθμιση του σώματος από τον εγκέφαλο δεν έχει καμία σχέση με τους εξωτερικούς κανονισμούς για την πρόκληση ολοκληρωμένης κινητικότητας και είναι κατανοητό να σταματήσει ως τέτοια αιτία.

Μπορεί να υποστηριχθεί και να αποδειχθεί λογικά ότι το παθητικό κάπνισμα δεν επηρεάζει γενικά την υγεία των παρευρισκομένων του ούτε τους προκαλεί οποιαδήποτε ασθένεια στο βαθμό που δεν ισοδυναμεί με μικρότερη ποσότητα ενεργητικού καπνίσματος στην οποία θα είχαν υποβληθεί στην περίπτωση αυτή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο παθητικός καπνιστής δεν έχει καπνίσει έτσι ώστε να προκαλέσει βλάβη στην υγεία του, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να το είχε κάνει, και αυτό λογικά εξαρτάται μόνο από αυτούς. Ο καπνός που προέρχεται από άλλο άτομο έχει ήδη εισπνευστεί από εκείνο το άτομο και το παραπάνω λογικό επιχείρημα δεν χρειάζεται περαιτέρω επιστημονική απόδειξη για να σταθεί λογικά από μόνο του.

«Αν και υπάρχει συμφωνία ότι το κάπνισμα, όπως και οι περισσότερες απολαύσεις, είναι επικίνδυνο, η εκστρατεία για την κατάργηση του καπνίσματος δεν θα μπορούσε να ήταν επιτυχής χωρίς τους ισχυρισμούς ότι ο περιβαλλοντολογικός καπνός συνιστά κίνδυνο για τους μη καπνιστές. Τέτοιοι ισχυρισμοί ήταν απαραίτητοι για την παράκαμψη του δικαιώματος των καπνιστών να καπνίζουν όταν οι κίνδυνοι περιορίζονται μόνο στους καπνιστές.» αναφέρει ο διερευνητικός ιστότοπος της διακήρυξης των Βρυξελλών την οποία ξεκίνησε ο Διεθνής Σύνδεσμος ενάντια στην Απαγόρευση και υπογράφουν κορυφαίοι επιστήμονες από όλες τις κατευθύνσεις. Το συγκεκριμένο κείμενο συνεχίζει ότι «Υπό τη σημαία ότι ο σκοπός καθαγιάζει τα μέσα, οι πραγματικά αβάσιμοι αλλά ισχυριζόμενοι κίνδυνοι του περιβαλλοντολογικού καπνού χρησιμοποιήθηκαν για να εξαναγκάσουν τους δρακόντεους κανονισμούς να ποινικοποιήσουν και να περιθωριοποιήσουν τους νομοταγείς πολίτες, βάζοντας τα παιδιά ενάντια στους γονείς, τους συζύγους με τους συζύγους και τους ανθρώπους εναντίον των ανθρώπων σε σημείο να έχουν εγείρει δολοφονικές έχθρες κατά των καπνιστών.»

Ο Peter McWilliams στο βιβλίο του «Ain’t Nobody’s Business If You Do» (Δεν είναι κανενός η δουλειά αν κάνεις) σχετικά με τα άθυτα εγκλήματα του νόμου από το 1993 έγραψε διαπραγματευόμενος την πιθανή τους νομιμοποίηση ότι «Όταν ο φυσικός φόβος των περισσότερων ανθρώπων για το νέο υποστηρίζεται από το νόμο, ο νόμος δικαιολογεί τον φόβο, θεσμοθετώντας έτσι την προκατάληψη ενάντια σε οτιδήποτε νέο ή διαφορετικό.». 

Ο Richard Klein έγραψε to 1993 ότι «Η ελευθερία του καπνίσματος πρέπει να νοείται ως ένα σημαντικό δείγμα της τάξης των ελευθεριών, και όταν απειλείται, πρέπει να αναζητούμε αμέσως ποιοι άλλοι έλεγχοι γίνονται αυστηρότεροι, ποιοι άλλοι έλεγχοι της ελευθερίας διενεργούνται. Η στάση μιας κοινωνίας απέναντι στην ελευθερία του καπνίσματος είναι μια δοκιμασία για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα δικαιώματα των ανθρώπων γενικότερα…».

Το κάπνισμα μπορεί να είναι ευχάριστο ή κοινωνικά ή μπορεί να είναι ανάπαυση από την εξάντληση έχοντας κάνει χειρωνακτική εργασία ή αντίδοτο σε ορισμένες παρόμοιες καταστάσεις που συνιστώνται για ευεργετική αναπνευστική άσκηση. Σε καμία περίπτωση τα αγαθά της αγοράς δεν χαρακτηρίζονται από την πληρότητα ως κακά και ευρέως δυσφημισμένα. Και σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα πρέπει μια ειρηνική και αυτοπαραγωγική συνήθεια να προβάλλεται ως αντικοινωνική στη φύση της για να αντισταθμίσει την ακοινώνητη κλίμακα της παραβίασης της αμοιβαίας σύμβασης και αρχής της συμβίωσης της κοινωνίας στον ίδιο χώρο.

Ἀπαντῆστε

Παρακαλοῦμε συνδεθῆτε καὶ χρησιμοποιῆστε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς μεθόδους γιὰ νὰ ἀναρτήσετε τὸ σχόλιό σας:

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...